Αντιπαράθεση και διεκδίκηση στην ερωτική σχέση

Τα περισσότερα ζευγάρια όπως είναι φυσικό προσπαθούν όσο γίνεται να μην έχουν αντιπαραθέσεις μεταξύ τους, καθώς αισθάνονται πως η σχέση τους μπορεί να κινδυνεύσει από έναν καυγά. Πολλές φορές μάλιστα θεωρείται ως σημάδι υγείας για ένα ζευγάρι να μην τσακώνεται, αυτό μεταφράζεται πως τα πράγματα πάνε «καλά». Σε ένα ποσοστό η παραπάνω διαπίστωση είναι πραγματική, αρκεί να εκπληρώνεται μια βασική προϋπόθεση: πως το ζευγάρι δεν τσακώνεται επειδή πραγματικά δεν υπάρχουν ανάλογες αφορμές ή αιτίες και όχι επειδή φοβάται να έρθει σε αντιπαράθεση. Παρόλα αυτά, επειδή –ειδικά σε βάθος χρόνου-είναι αναπόφευκτο να παρουσιαστούν διαφωνίες και αιτίες για καυγάδες, είναι καλό για ένα ζευγάρι να ξέρει πώς να διαφωνεί και να αντιπαρατίθεται, διεκδικώντας καθένας τις ανάγκες του, ώστε να μπορεί μέσα από τη διαδικασία αυτή να εξελίσσεται και να ωριμάζει. Η φράση «ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό» ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση αυτή.

Εντούτοις, μερικοί άνθρωποι λόγω του χαρακτήρα τους και της προσωπικότητάς τους, βρίσκουν ιδιαίτερα επώδυνο να εμπλακούν σε μια τέτοια φιλονικία με τον/την σύντροφό τους, καταπνίγοντας ενοχικά τις επιθυμίες τους και αποφεύγοντας με κάθε τίμημα την αντιπαράθεση. Ενδεχομένως οι άνθρωποι αυτοί έχουν μια διπλή εμμονική φοβική και ενοχική φαντασίωση είτε αφενός μιας απόλυτα καταστροφικής κατάληξης της διαφωνίας (π.χ. θα διαλυθεί η σχέση, θα χάσω τον έλεγχο και δε θα μπορέσω να συγκρατηθώ, θα χειροδικήσω κ.α.) είτε αφετέρου της άσκησης τεράστιας ψυχολογικής πίεσης στον/στην σύντροφο, μια πίεση που ενοχοποιεί το άτομο που σκέφτεται να διεκδικήσει τις ανάγκες του μέσα από την φαντασιωσική του αποκαθήλωση από το ρόλο του «ιδανικού συντρόφου» που δεν προξενεί προβλήματα στη σχέση. Η καταστροφική φαντασίωση της κατάρρευσης της σχέσης τροφοδοτείται από το χρόνο, καθώς η πίεση της διεκδίκησης των διαρκώς και πιο παραμελημένων προσωπικών αναγκών εξακολουθεί να υπάρχει, να συσσωρεύεται και να καταπιέζεται καθημερινά, σαν ένα εσωτερικό ηφαίστειο αναγκών που είναι έτοιμο να εκραγεί και να καταστρέψει τη σχέση.

Το σημαντικό στοιχείο που διαφεύγει και παραγνωρίζεται στην πορεία μιας σχέσης, είναι πως το συναίσθημα της εγγύτητας και της οικειότητας που αναπτύσσεται σταδιακά ανάμεσα σε δυο ανθρώπους δεν αφορά μόνο την από κοινού βιωματική εμπειρία ευχάριστων στιγμών, αλλά εξίσου σημαντικά την ικανότητα να αντέχει το ζευγάρι να μοιράζεται πιο δυσάρεστα συναισθήματα όπως η ζήλεια και παράλληλα να αντέχει να μοιράζεται την καθημερινότητά του ακόμα κι όταν αυτή περιλαμβάνει στιγμές πλήξης ή μονοτονίας.  Σε τελική ανάλυση η ποιότητα κάθε μορφής διαπροσωπικής σχέσης, είτε αυτή είναι ερωτική, είτε φιλική, αφορά άμεσα την ικανότητα κάθε μέρους αυτής της σχέσης να μπορεί να διεκδικεί τις ανάγκες του, αναγνωρίζοντας όμως τα όρια και τη διαφορετικότητα του άλλου, ούτως ώστε μια σχέση εγγύτητας να μην καταλήξει να μεταβληθεί σε μια συγχωνευτική, εξαρτητική σχέση.

Αυτό που χρειάζεται να έχουμε πάντα στο νου μας είναι κατά πόσο αξίζει να τσακωθούμε με τον/την σύντροφό μας για ένα ζήτημα που μας απασχολεί, και να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε κάθε φορά την αφορμή που απλά πυροδοτεί μια αντιπαράθεση από την βαθύτερη αιτία, την όποια δηλαδή ανάγκη μας που εκείνη τη χρονική περίοδο δεν καλύπτεται στη σχέση μας. Για να το πετύχουμε αυτό, όπως συχνά εφαρμόζεται κατά τη θεραπεία ζεύγους, χρειάζεται να μάθουμε αφενός να διατηρούμε την ψυχραιμία μας και αφετέρου να επικοινωνούμε με τον/τη σύντροφό μας σε πρώτο στάδιο τουλάχιστον μόνο υπό συνθήκες μη έντασης. Αυτό σταδιακά θα βοηθήσει το άτομο να μάθει να διεκδικεί για τον εαυτό του στη σχέση χωρίς να προκαλεί εκρήξεις, και παράλληλα θα του επιτρέψει να κατορθώσει κάτι εξίσου σημαντικό για μια σχέση: να μάθει να ακούει τη σύντροφό του και να του επιτρέψει να ακουστεί ανταποδοτικά και αυτός, στοιχεία που συχνά μέσα σε έναν έντονο καυγά μπορεί να χαθούν ολοκληρωτικά, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε καθώς συμβαίνει.

Πώς θα μπορέσουμε όμως να μετατρέψουμε έναν ανεπιθύμητο καυγά σε μια ευκαιρία για αλλαγή στη σχέση; Είναι σημαντικό σε κάθε ανάλογη αντιπαράθεση με το/τη σύντροφό μας να προσπαθούμε:

  • Να μπούμε στη θέση του άλλου, να τον ακούσουμε και να προσπαθήσουμε να δούμε τα πράγματα από τη δική του οπτική γωνία
  • Να κάνουμε ένα βήμα πίσω, στρέφοντας την προσοχή μας στον εαυτό μας και αναζητώντας την εσωτερική, βαθύτερη ανάγκη μας που ματαιώθηκε και που τώρα εκδραματίζεται μέσα από τον έντονο τσακωμό
  • Να αποφεύγουμε να βάζουμε τον εαυτό μας σε ένα ρόλο νικητή ή ηττημένου από την αντιπαράθεση, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση και διάθεση για επικοινωνία και συνεννόηση. Η λύση βρίσκεται συνήθως κάπου στη μέση και εξίσου σημαντικό μερίδιο ευθύνης στο πρόβλημα που ταλαιπωρεί μια σχέση έχουν και τα 2 μέρη
  •  Να μην μπαίνουμε σε ένα ρόλο κατήγορου ή τιμωρού κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης, αλλά αντίθετα με διαλλακτική διάθεση να ξεκινάμε μια συζήτηση που μπορεί να επιφέρει αλλαγές στη σχέση μας που έχει βαλτώσει. Διεκδικώ χωρίς να κατηγορώ, ακούγομαι χωρίς να φωνάζω, μαθαίνω να μοιράζομαι τις ανησυχίες τόσο τις δικές μου όσο και του ανθρώπου με τον οποίο είμαι μαζί
  • Φροντίζουμε να έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίεςστη σχέση μας, χωρίς να  εξιδανικεύουμε τον/τη σύντροφό μας, αφού στο παρελθόν η διαδικασία αυτά μας έχει προκαλέσει έντονα συναισθήματα απογοήτευσης και θλίψης, που συνήθως καταλήγουν να εκφράζονται μέσα από οργή και θυμό
  • Να διακρίνουμε ποιό κομμάτι είναι δικό μας αποκλειστικά και ποιό ενεργοποιείται ενδεχομένως μόνο στη σχέση μας με τον/τη σύντροφό μας. Έχει ιδιαίτερο θεραπευτικό νόημα να αντιληφθούμε τα δικά μας πιθανά παθολογικά δομικά ψυχικά κομμάτια, τα οποία συχνά πυροδοτούν παρόμοιους μηχανισμούς άμυνας και αντίδρασης (π.χ. δυσκολία στη συναισθηματική έκφραση) σε κάθε μορφή διαπροσωπικής επαφής

Τα σχόλια είναι ανενεργά.